ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΣΙΑΝΗΣ


                                                ΤΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΜΑΣ

 

Από την Ευτυχία Β. Αναστασίου, φιλόλογο και τον Χρήστο Β. Αναστασίου, δικηγόρο.                                                      

                                                               ***

            Για τη γοητεία της γλώσσάς μας έχουν γραφτεί πολλά που μας κάνουν υπερήφανους σαν Ελληνες. Στην εποχή μας όμως συνεχώς εμπλουτίζεται με ξένες λέξεις, εντονότερα στον προφορικό λόγο, αλλά και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γενικά στην επικοινωνία μέσω διαδυκτίου. Οι γλωσσολόγοι μας επικρίνουν αυτή τη νοοτροπία.

             Παράλληλα με αυτήν την εξέλιξη είναι χρήσιμο να γυρίσει κανείς στα πολύ προηγούμενα χρόνια και να θυμηθεί ιδιωματισμούς ή διαλεκτική διαφοροποίηση και, εντελώς απλά, λέξεις των οποίων γινόταν χρήση στο χωριό μας, τον ιστορικό Πύργο (Στράτσιανη), και στην ευρύτερη περιοχή της Κόνιτσας.

            Προσπαθήσαμε να καταγράψουμε όσες μπορέσαμε και συνεχίζουμε με την καταγραφή επιθέτων και τοπωνυμιών.

            Με σεβασμό θα αποδεχθούμε διορθώσεις, συμπληρώσεις και υποδείξεις (anast_x@otenet.gr).    

 

 

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

Αγγονας: εγγονός


Αγκιά: πιάτα, ενίοτε και σκεύη κουζίνας  γενικά

Αγκούσα: δύσποια, άγχος

 

Αγκωνάρι: σκαλισμένη πέτρα στη γωνία του τοίχου

            Στο Λεξικό ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΥ – ΦΥΤΡΑΚΗ: αγκωνάρι: μεγάλη πελεκημένη πέτρα που τοποθετείται κατά την τοιχοποιϊα στις γωνιές των κτισμάτων

 

Αγύρτο: ζωηρό παιδί,  συνήθης φράση: που ήσουν μωρ’ αγύρτο;)


           Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ: αγύρτης = κατεργάρης, ψευδολόγος, ψεύτης.

            Στο Λεξικό ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΥ – ΦΥΤΡΑΚΗ: αγύρτης = απατεώνας, τσαρλατάνος

            Στο ΧΡΗΣΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ: κερατάς, κομπογιαννίτης, μακαράς, μπαγαπόντης, ρσαρλατάνος

 

Αλιχτάω: γαυγίζω


Αμπανόζης: ιδιότροπος παππούς

Αμπόλι – αμπολιάζω: εμβολιασμός δένδρων

Αμπώχνω: σπρώχνω 

Ανσαφ ή νισάφ: αρκετά, φτάνει 

Αντράλα: ζαλάδα

Αξούργος: αξύριστος

Αριάνι: ιδιαίτερο κόσκινο προορισμένο για το τρίψιμο του τραχανά

Απόρρξε: απέβαλε (συνήθως αναφέρονταν στα γίδια και πολύ στις μαλτέζες)

Απόρσε: εξέφρασε απορίξε

 Αστοχάω: ξεχνάω

Αστραπόπτσα: αστραπή

Αψυχάω: τσιγκουνεύομαι

Βαρκό: χωράφι που έχει συνέχεια νερό


Βάτρα: το επίπεδο τμήμα του τζακιού


Βέργα: λιανό, ίσιο και λεπτό ξύλο, αλλά και μακρύ για «τσόλισμα» των καρυών.

Βίτσα: βέργα


Βιρβιρίτσα: σκίουρος 

Βλάμης: φίλος, αδελφοποιτός, είχε πρωταρχικό ρόλο στη διαδικασία του γάμου

Βούλτα: τα κόπρανα βοοειδών

 Βρός: μικρή δεξαμενή νερού, συνήθως χωμάτινη, που συγκέντρωνε πηγαίο νερό για πότισμα των κήπων

Γάνα: μουτζούρα, συνήθως: μαύρος λεκές στο πρόσωπο, μτφ: ντροπή και γάνα

Γαϊδάρες: παιγνίδι για παιδιά και μεγαλύτερους


Γκαβός: τυφλός  

Γκαμήλα: τύφλα στο μεθύσι 

Γκαγκαράτσες: τα κόπρανα αιγοπροβάτων

 

Γκασιανίτσες; Κάμπιες

 

Γκάνιαξε: δίψασε, αλλά και έκλαψε πολύ

 

Γκαρίζει: φωνάζει ο γάΊδαρος, μτφ = φωνάζω, μιλάω δυνατά  


Γκίζα: ανθότυρο

 

Γκιζεράω: περπατώ άσκοπα

 

Γκιούμι: χάλικνο πανέμορφο δοχείο για νερό

 

Γκιόσα: γέρικη γίδα

 

Γκισόμπλο: είδος γλυκοπατάτας

 

Γκλαβανή: καταπακτή

 

Γκόλιος: γυμνός

 

Γκόρτσα: άγρια, μικρά αχλάδια

            Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ: καρπός αγριαχλαδιάς

 

Γκότσια: σε παίρνω στην πλάτη

 

Γκουλιαπόδαρος: ξυπόλυτος

 

Γκουνταλάω: γαργαλάω

 

Γκουσταρίτσα: σαύρα                                                  

 

Γκριλώνω: σε πνίγω στο λαιμό

 

Γκριλώθηκα: ξεροκατάπια, πνίγηκα

 

Γκριτσίνι: το σώμα του καλαμποκιού, όταν αφαιρέσουμε τον καρπό

 

Γκρίλιανος: λαιμός

 

Γκυλιέμαι: κυλιέμαι

 

Γνέμα: μάλλινο νήμα

 

Γουλάς: ο συνδετήριος σωλήνας ρακοκάζανου και δοχείου νερού

 

Γουμάρι: γάϊδαρος, μτφ: ασυναίσθητος, αφιλότιμος

 

Γουμαροκέφαλος: με μεγάλο κεφάλι

 

Γρεντά: μακρύ και χονδρό στρόγγυλο ή παραλληλόγραμμο ξύλο για την κατασκευή στέγης ή πατώματος

 

Γρέντζουλα: Κλίματα με ιδιαίτερα μικρά και ζουμερά σταφύλια, συνήθως ανεβασμένα σε δένδρα

 

 

Δέματα: ξύλινα σταυρωτά πλέγματα για την ενίσχυση των πέτρινων τοίχων (σήμερα: πρέκια)

 

Δέντρος: δρύς

 

Διπλάρκα: οριζόντια και το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά και δίδυμα αδέρφια

 

Δκέλι: τσαπί με απόληξη δύο αιχμηρών σκελών

 

Δραγάτης: αγροφύλακας

 

Ζαβόρτσα: πρόχειρη πόρτα, συνήθως σε φράκτες ή στον τσάρκο (στάβλος)

 

Ζαβώνω: κουμπώνω

 

Ζαγάρι: κουτοπόνηρος

            Στο Λεξικό ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΥ – ΦΥΤΡΑΚΗ: κυνηγόσκυλο, αλλά μτφ άνθρωπος τιποτένιος

 

Ζαϊρές: τροφή για τα ζώα

 

Ζαλίκι: φόρτωμα πραγμάτων στην πλάτη (συνήθως) των γυναικών

            Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ: Ζαλώνω = φορτώνω κάτι στην πλάτη ή τον ώμο άλλου.

 

Ζαμάν(ι): μεγάλο χρονικό διάστημα (συνήθως: χρόνια και ζαμάνια)

 

Ζέχνει: αποπνέει άσχημη μυρωδιά

 

Ζιάρα: μικρά, αναμμένα κάρβουνα με στάχτη (χρησιμοποιείται στη γάστρα ή μασίνα και ό,τι απομένει στο τζάκι μετά τη φωτιά)

 

Ζιουπάω: σπρώχνω, πιέζω

 

Ζιαμπόχελο: παστό χέλι

 

Ζλάπ: άγριο ζώο

 

Θερμασιά: ηλίαση

 

Θλήκι: θηλιά

 

Θρεψίνη: κρεμώδες παρασκεύασμα από μούστο, για άλειμμα στο ψωμί

 

Ισκνα: παράσιτο δέντρου που χρησίμευε σαν φυτίλιστο τσακμάκι

 

Καδί: ξύλινο, ανοικτό βαρέλι που πατούσαν (στούμπιζαν) τα σταφύλια γα να πάρουν το μούστο ή έβαζαν το κρέας για να γίνει ο παστουρμάς.

            Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ: μικρός κάδος.

 

Καθάριο: σταρένιο χωμί

 

Καλασιόρι: πολύ βροχή

 

Καλίκια: πέδηλα

 

Καμπλάφι: καπέλο

 

Καντάρι: είδος ζυγαριάς

 

Κάρνα: κάρβουνα

 

Καρκαλέτσης: επίμονος βήχας

 

Καρυά: καρυδιά

 

Καυκί: το εξωτερικό περίβλημα

 

Κασέλα: ξύλινο, μικρό, μπαούλο

 

Καταστάλαη: βρασμένη στάχτη

 

Κοσεύω: τρέχω  

                                                     

Κατάχητο: πρόχειρος αποθηκευτικός χώρος συνήθως σε επαφή με το σπίτι

 

Κάχτες: καρύδια

 

Κατσιούλα: κουκούλα

 

Κατσιάρα: με ανοικτά τα πόδια

 

Κελάρι: αποθήκη, συνήθως ημιυπόγειο

 

Κίκια: μικρά μπαρουτοειδή για κρότο

 

Κιόρης: τυφλός

 

Κόψια: μερίδα κρέατος

 

Κοζίνι: δερμάτινος ασκός για τη συντήρηση γαλοτυριού

 

Κόθαρος: το φύλλο της πίτας στον περίγυρό της

 

Κλειδοπίνακο: σκεύος για τροφή, του οποίου “κλείδωνε” το καπάκι

            Στο Λεξικό ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΥ – ΦΥΤΡΑΚΗ: = είδος ξύλινου πινακίου που κλείνει καλά με ξύλινο κάλυμμα και χρησιμεύει για τη μεταφορά φαγητό εκτός οικίας

 

Κλούβιος: άδειος, χαλασμένος (… κλούβια αυγά, κεφάλι)

            Στο Λεξικό ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΥ – ΦΥΤΡΑΚΗ: = μτφ άνθρωπος χωρίς πνευματικό ή ηθικό περιεχόμενο

 

Κλωστό: χειροποίητο γλύκισμα, τυλιχτό με φύλο, καρύδια και μέλι

 

Κουρκούτι: τροφή με νερό με αλεύρι

 

Κουπάτσια: μεγάλο κομμάτι

 

Κόρφος: στήθος ανθρώπου

 

Καπίστρι: το χαλινάρι

            Στο Λεξικό ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΥ – ΦΥΤΡΑΚΗ: = το χαλινάρι στο υποζύγιο

 

Κοσεύω: τρέχω

 

Κοσιάτα: πήγαινε τρέχοντας

 

Κουσιουρής: εξάδελφος

 

Κόσνο: κόσκινο

 

Κρεβάτα: μπαλκόνι, αλλά και κληματιαριά

 

Κρένω: μιλώ

 

Κερνοκόκκαλο: πέτρα, που σε άλλη πέτρινη επιφάνεια έγραφε σαν κιμωλία

 

Κρεμαντζούλα: Κρέμασμα σε κινούμενο μέσο

 

Κο(υ)πάνα: σκάφη, λεκάνη

 

Κρουφνοί: ο επάνω μαχαλάς του χωριού

 

Κωθώνι: έτσι μας αποκαλούσε ο δάσκαλός μας Δημήτριος Γιωτάκης

Στο Λεξικό ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΥ – ΦΥΤΡΑΚΗ: άχαρος και άπειρος νεοσύλλεκτος στρατιώτης, μτφ: βλάκας

 

Λαγούμι:  υπόγειος αγωγός

 

Λαμπόγυαλο: το γυαλί στη λάμπα φωτισμού με φιτίλι κι πετρέλαιο, αλλά και  μτφ δεν άφησε τίποτε όρθιο

 

Λιγένι: στρόγγυλη λεκάνη

 

Λιμασμένος: πεινασμένος πολύ (συνήθης και «λίσαξα στην πείνα»)

 

Λίμπα:μεγάλο βαθύ πιάτο, μτφ = τα έσπασε όλα

 

Λήξουρος: λαίμαργος

 

Μαβλάω: φωνάζω τα ζώα

 

μαλτέζα: γαλακτοφόρες γίδες μιάς εποχής

 

Μακεδονήσι: μαιντανός

 

ματσί: γατάκι

 

Μαντζάτο: το ισόγειο δωμάτιο του σπιτιού, συνήθως με τζάκι και μαντριλίκια.

 

Ματσιαλάω: μασάω

 

Μπιντινέτσι: εξάρτημα, συνήθως μεταλλικό, που ασφάλιζε πόρτες, ντουλάπια, παράθυρα

 

Μαντριλίκι: τα μπάσια, συνήθως κοντά στο τζάκι

 

Μασιά: τσιμπίδα για τακτοποίηση αναμένων ξύλων στη φωτιά

            Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ: τσιμπίδα σε σχήμα λαβίδας για το σκάλισμα της φωτιάς.

            Στο Λεξικό ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΥ – ΦΥΤΡΑΚΗ: μεταλλική λαβίδα για τα αναμμένα κάρβουνα, πυράγρα

 

Μάνταλο: ξύλινο παλούκι για να σφραγίζεται η πόρτα

 

Μαστραπάς: κανάτι

 

Μαμαλίγκες: φαγητό από καλαμποκίσιο αλεύρι, συνήθως στο τηγάνι με λίγο λάδι.

 

Μούργκος: άσχημος

 

Μολόημα: περιστατικό που αξίζει να διηγηθεί

 

Μοναστήρι: τοπικός μουσικός ρυθμός (ιδιαίτερα χαρούμενος) που συνόδευε το γαμπρό όταν πήγαινε να ανάψει τα καντήλια στην Αγία Τριάδα (Μοναστήρι)

 

Μούντζα: φασκέλωμα

 

Μπαϊλσα: ζαλίσθηκα, εξαντλήθηκα από την κούραση

 

Μπρέκι:  Ιδιαίτερα προσεγμένη πίτα με τυρί, αυγά και βούτυρο

 

Μότσιαλη: τοποθεσία στο βουνό μετά τα τελευταία σπίτια

 

Μπάκακας: βάτραχος                                                  

 

Μπάμπω: γιαγιά, ηλικιωμένη γυναίκα

 

Μπάτσα ή μπάτσος: χαστούκι

            Στο ΧΡΗΣΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ: σκαμπίλι, φούσκος, μτφ = προσβολή και συχνά = αστυνομικός

           

Μπατσάρα: Ιδιαίτερη πίτα με καλομποκίσιο αλεύρι και χόρτα

 

Μπαργιάκι: σημαία στολισμένη με λουλούδια, επικεφαλής των διαδρομών του γάμου

 

Μπασαμάκια: μεγάλες πέτρες

 

Μπλάνα: ολόκληρο κομμάτι (μπλάνα τυρί)

 

Μπαστί εξώγαμο τέκνο

 

Μπλέτσια: στήθος

 

Μπρέστρα: φυλλώδη λάχανα

 

Μπίκος: γουρούνι

 

Μπίτσε: τελείωσε

 

Μπόμπαλα: ξηροί καρποί


Μπρούμτα: ξαπλώνω με το πρόσωπο

 

Μπιμπίκια: σπυράκια στο σώμα

 

Μπιρμπικίδια: όσα καρύδια απέμειναν στο δένδρο, μετά το  τσόλισμα

 

Μπιτούσια: μικρά, στρόγγυλα ψωμάκια

 

Μπιρμπίλι: σφυρίχτρα, συνήθως φτιαγμένη από κλωνάρι καρυδιάς

            Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ: το αηδόνι.

 

Μπλανούσκες: άγριες, μικρές φράουλες (χαμοκέρασα)

 

Μπίμτσα: υπόγειο

 

Μπιστόβλιακος: λαίμαργος

 

Μπλέτσια: κόρφος

 

Μπουρίκι – Μπουρίκα: πεύκο

 

Μπόμπαλα: ξηροί καρποί

 

Μπάστακας: κολλητήρι μτφ = αυτός που δεν ξεκολλάει από κάποιον

 

Μπουρμπουλίθρες: οι φουσκάλες στη βράση του φαγητού

 

Μπρατίμσα: στενή φίλη

 

Μπούρνα: κορόμηλα

 

Μπουχαροπόδια: υφασμάτινη κουρτίνα μπροστά στο τζάκι

 

Μουστραβίτσα: μικρό εξόγκωμα στο δέρμα

 

μπουρδουκλώνω: μπερδεύω

 

Μπουμπουνίζει: βροντά ο ουρανός με τις αστραπές

 

Μπούντιασα: πάγωσα από το κρύο

 

Μπουμπούνας: ανεπίδεκτος μαθήσεως

 

Μπαμπανάτσα:  ζυμαρόπιτα

 

Μπόλια: δημητριακά και όσπρια που μαγειρεύονταν  στις 21 Νοεμβρίου και 30 Νοεμβρίου

            Στο Λεξικό ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΥ – ΦΥΤΡΑΚΗ: η «μπόλια» = πετσέτα, μαντίλα

 

Μπουρτσοκλαίω: προσποιούμαι πως κλαίω

 

Μπότσιαρος: καθαρός

 

Μπλούντκαβο: ενοχλητικά γευστικό

 

Μούτος: μουγγός, εκείνος που αποφεύγει ηθελημένα να μιλάει

 

Μπρατσόλι: ιδιοκατασκευή πριονιού

 

Μουστιρής: πελάτης

 

Νή(ι)λα: συμφορά

 

Νταβάς: σκεύος μαγειρικής

 

Νταβάνι: μεγάλη μύγα που τσιμπάει ζώα

 

Νταμτζάνα: μεγάλο γυάλινο δοχείο

 

Ντουμπουλίτσα: ξύλινο, στενόφαρδο και στρόγγυλο βαρέλι, στο οποίο «κτυπούσαν» το γάλα για την απόληψη του βουτύρου και τη δημιουργία του «ξινόγαλου».

 

Ντενεκές: μεταλλικό δοχείο, μτφ = άχρηστος

 

Ντζιουλμπένι: μικρή τσέπη στο παντελόνι

 

Ντρίλινο: είδος υφάσματος, συνήθως για παντελόνια

 

Ντίπ: καθόλου

 

Ντουλμπέρια: (ακουγόταν στο τραγούδι «κι αύριο στράτες έχουμε μωρέ παιδιά και αύριο στράτες έχουμε ντουλμπέρια μου): πιθανόν = παλληκάρια μου

 

Ντουντούκα: μεγάλη σφυρίχτρα (τέτοια είχε ο ταχυδρόμος)

 

Ντορός ή τορός: ίχνη στο δρόμο του ζώου

 

Ντρισγκούνι: πετούμενο σε μέγεθος πέρδικας, εξαιρετικά νόστιμο

 

Ντριμώνι: σκεύος για κοσκίνισμα

 

Ντρέμπλα: ψίχουλα

 

Ντουσέκι: στρώμα

 

Ξεμπλέτσωτος: γυμνός από τη μέση και πάνω

 

Ξεστοχάω: ξεχνώ συνεχώς

 

Ξνός: γύφτος

 

Ξουτιές: ονειρικές γυναικείες μορφές που έβγαιναν τη νύκτα (σαν καλικάνζταροι)

 

Ξουπαρμένος: εξωπραγματικός

 

Ορσε: ωρίστε

 

Ομπυο: πύον μτφ φαρμάκι

 

Οργιό: ρίγος

 

Οχτος: τοίχος στο κάτω μέρος των χωραφιών

 

Παπάρα: ψωμί μέσα σε υγρό τρόφιμο, συνήθως γάλα, ξινόγαλο ή και κρασί

            Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ: Ανοησία.

 

Παραμάχος: στο βάθος του τζακιού

 

Παχνί: ξύλινη θέση για τροφή ζώων

 

Πάφλας: κομμάτι τσίγκου ή λαμαρίνας

 

Πατούνες: κάλτσες πλεγμένες με 4 βελόνες

 

Πίπκα: μπρούμυτα

 

Πιπέκι: αρτοποίημα από καλαμποκίσιο αλεύρι, που συχνά εμπλουτίζονταν με τσιγαρίδες

 

Πιρί: επεξεργασμένο ξύλο που έκλεινε την τρύπα των βαρελιών (μεταφορικά: η διάρροια)

 

Περαστάρια: ευθυτενή ξύλα που χρησιμοποιούνται στις κλιματαριές

 

Περδίκι: άρρωστος που έγινε καλά, το μικρό της πέρδικας

 

Πιστόβλιακος: λαίμαργος

 

Πλαντάζω: κάνω κάτι με ένταση (λ.χ. πλάνταξε στο κλάμα).

 

Πλόσκα: ξύλινο, στρόγγυλο δοχείο, συνήθως όμορφα σκαλισμένο, για κρασί

 

Πούσι: πηγάδι νερού

 

Παστουρμάς: παστωμένο κρέας με αλάτι και στέγνωμα στη συνέχεια, ώστε να έχει διάρκεια ζωής

 

Περδικλώνομαι: παραπατώ, μπερδεύω τα πόδια

 

Πέτνος: κόκορας

 

Πετσί: δέρμα

            Στο ΧΡΗΣΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ: συνήθεις φράσεις: το αισθάνθηκα στο πετσί μου, πετσί και κόκκαλο, μπήκα στο πετσί του: τσαντίστηκα

 

Πετσαλούδα: φλούδα από διάφορα υλικά

 

Πετσοκόβω: τον έκοψα, τον σταμάτησα

            Στο ΧΡΗΣΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ:  τεμαχίζω κάτι ώστε να το καταστρέψω

 

Πέτσκος:

            Στο ΧΡΗΣΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ: παραμορφωμένη ξύλινη επιφάνεια

 

Πλακός: φράκτης

 

Πλατσανάω: ανακατεύω ζωηρά το νερό, μασάω με σχετικό θόρυβο

 

Ποδένομαι: φορώ τα παπούτσια

 

Πουμπώνομαι: ασφυκτιώ

 

Πορδαλάς: αυτός που πέρδεται, μτφ = φοβητσιάρης

 

Πόντζι: βρασμένο τσίπουρο με ζάχαρη

 

Προσκαβίτσα:

 

Πυκνάδα: ιδιαίτερο ντριμώνι για τρίψιμο τραχανά.

 

Πυρόλαμπα: μεταλλική λάμπα με φυτίλι που φώτιζε με πετρέλαιο

 

Πυρομάδα: πυρωμένη φέτα ψωμιού

 

Ραγοβύζι: μπιμπερό

 

Ράμα: σκοινί

 

Ρακοκάζανο: τα καζάνι που χρησιμοποιείται στην απόσταξη στέμφυλων, μτφ = δυνατός πότης 

 

Ρέσια: φασολάκια

 

Ροδάνι: κατασκευή πάνω από πηγάδι που μάζευε τριχιά του σιούκλου (=κουβά)

 

Ρούσα: ξανθή

 

Σαλάμκα: κομμάτι από άχυρο (έμπαινε στην πρωτοχρονιάτικη κρεατόπιτα, με ένα κομμάτι κλήματος και το φλουρί)

 

Ζαμάνια: μεγάλη χρονική περίοδος (συν: χρόνια και ζαμάνια)

 

Σαρμάντζα: ξύλινη βρεφική κούνια

 

Σαντέτκα: ευχή κατά το τσούγκρισμα ποτηριών

 

Σβάρνα: σπρώχνοντας κάποιον χωρίς τη θέλησή του (: με πήρε σβάρνα)

 

Σβαρνιέμαι: σέρνομαι

 

Σέσουλα: το φτιαράκι των μπακάληδων

 

Σιουμπέκι: καρύδια με μουσταλευριά, περασμένα σε σπάγκο για να μπορούν να κρέμονται και να στεγνώνουν

 

Σιάρα: υλικό που καταρρέει εύκολα από το έδαφος, τα πρανή των δρόμων, λατομείων κλπ.

 

Σιούκλος: κουβάς

 

Σιούμκα: καλαμπόκι, ψημένο στα κάρβουνα

 

Σκούπρα: σκουπίδι μτφ σκούπρο = άχρηστε

 

Σιακάτω – Σιαπάνω: προς τα κάτω ή προς τα επάνω

 

Σιντόρια: πέφτω, τσακίζομαι

 

Σιούφαλο: τα πεσμένα φύλλα των δένδρων, μτφ = με αδύναμο μυαλό

 

σκαμνί: ξύλινο μικρό κάθισμα

 

Σκαρκάλι: τζτζίκι                                                             

 

Σινί: κυκλικό ταψί με χαμηλό βάθος, προορισμένο για πίτες

 

Σ(χ)νί: σκοινί

 

Σμάρια: δέσμη διαφόρων χορταρικών και λουλουδιών (με «σμάρια» συνόδευαν τον αποχαιρετισμό των πατεράδων μας στην ξενιτιά, τα οποία στη συνέχεια κρεμούσαν στην εξώπορτα του σπιτιού, ως κατευόδιο).

 

Σιάδι: επίπεδο αγροτεμάχιο

 

Σουρντούκο: σακκάκι, επανωφόρι

 

Σιουμάδα: μικρή επίπεδη πλάκα (ήταν και παιγνίδι: σιουμάδες)

 

Σιουπατίνια: πέδηλα από δέρμα, μετά από πρόχειρη επεξεργασία

 

Σιουράω: σφυρίζω, αλλά «δεν σε σιουράω = δεν σου δίνω σημασία

 

Σιουρίχτρα: σφυρίχτρα, μτφ «σιούρηξε» = έχει χαμένο το μυαλό

 

Σιόμπαστο: χώρος με είσοδο στο ίδιο επίπεδο με το δρόμο ή το οικόπεδο

 

Σκάνταλο: Ιδιοκατασκευή για το στήσιμο παγίδας (γνωστή λέξη: πλάκας), κυρίως πουλερικών

 

Σκέμπος: αγύριστο κεφάλι

 

Σκουτιά: ρούχα

 

Σουγιάς: αναδιπλούμενο μαχαίρι, αλλά και πιτσιρικάς

 

Σουρντούκο: σακάκι, παλτό

 

Σουφαγκιόλι: λερωμένος πολύ

 

Στουρνάρια: σκληρές πέτρες που κτυπώντας τες έβγαζαν σπίθες, αλλά και ο ανεπίδεκτος μαθήσεως

 

Σιούτα: κατσίκα χωρίς κέρατα

 

Σκοτούρα: στενοχώρια, αλλά και ζαλάδα

 

Σκρούμος: φαγητό ή ρόφημα που κάηκε στη φωτιά

 

Στράτα: δρόμος

 

Στρακαστρούκα: κατασκευή: σε ξύλινο καρούλι κλωστής βάζαμε τη βολίδα σφαίρας, από την οποία αφαιρούσαμε γόμωση, εκεί εναποθέταμε σπιρτάδα και με ένα κοντό καρφί προκαλούσαμε κρότο στην Ανάσταση

 

Στραβομάρα: τύφλωση

 

Στρίζιαρος: Το παλούκι στο μέση του αλωνιού γύρω στο οποίο έκλωθε η τριχιά των γουμαριών που αλώνιζαν

 

Σφάλαγκας: αράχνη

 

Ταπίπκα: μπρούμητα

 

Τράπεζος: στρόγγυλο, χαμηλό τραπέζι  

 

Τσάπος: τράγος

 

Τσάρκος: περιφραγμένος χώρος για τα κατσίκια

 

Τέντζερης: χάλκινη κατσαρόλα

 

Τρόχαλο: μεγάλη πέτρα 

 

Τζαρούχι: κουμπρολάχανο

 

Τζιρικώνω: κλέβω

 

Τζιώρας: ξεροκέφαλος

 

Τούμπανο: πολύ πρησμένο

 

Τουρτουρίζω:  κρυώνω, έχω ρίγος από το κρύο

 

Τουρτούρα: σφυρίχτρα, μτφ = επιπόλαιος

                                      

τραϊ: τράγος

 

Τράγειο: τραγίσιο πανωφόρι (κάπα) ή στρώμα

 

Τσάκνα: το ξυλώδες που απομένει από το κλαδί που τρώνε τα γίδια

 

Τσέδω: από εδώ

 

Τσέκι: από εκεί

 

Τσάφτου: εκεί που είσαι (έλα τσέδω, με απάντηση: τι να κάνω τσάφτου;)

 

Τσιόκαλο: φουντούκι

 

Τζιούμσα: κτύπησα κάπου το κεφάλι μου

 

Τουρκί: κυκλικός μεταλλικός δακτύλιος για το δέσιμο των βαρελιών

 

Τροβάς: υφασμάτινη τσάντα για την πλάτη ή τον ώμο

 

Τροβαδιάζω: ενεργούμαι, μτφ = δεν σε υπολογίζω 

 

Τσαμαλιάζω: πατάω κάτι και το διαλύω

 

Τσάρκος: μικρός στάβλος για κατσίκια

 

Τσιαμάτες: ο κάτω μαχαλάς του χωριού

 

Τσιόλι: άχρηστο πανί, μτφ = υποτιμητική ύβρις  προς άνθρωπο

 

Τσιουτσάτες: ο μεσαίος μαχαλάς του χωριού

 

Τσοκάνι: συμπαγές σφυρί, εργαλείο των μαστόρων

 

Τσπί: κορίτσι

 

Τσιράπια: μάλλινες κάλτσες, κατά κανόνα ψηλές

 

Τσακμάκι: αναπτήρας

 

Τσόπα: να σωπάσεις, μη μιλάς άλλο

 

Τσιγκαρσούλι: αιχμηρό εργαλείο (σουβλί συνήθως από τσαγκάρηδες)

 

Τσέτνα: στέμφυλα

 

Τσπούνι: Ιδιαίτερα φροντισμένο, με κέντημα, γυναικείο επανωφόρι

            Στο Λεξικό ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΥ – ΦΥΤΡΑΚΗ: ζιπούνι = κοντός επενδύτης

 

Τσολίζω: ραβδίζω δέντρο, αλλά και κατέχω το αντικείμενο

 

Τσιαλαμιάζω: πατάω κάτι και το λιώνω

 

Τσιουπαλάρης: το κότσι του κατσικιού  

 

Τσούλκας: σκορπιός

 

Ταπίπκα: μπρούμυτα

 

Τσατάλια: μεταλλικές λαβίδες, μτφ χέρια σαν τσατάλια

 

Τζιούμπανος: το τμήμα, μετά τη ρίζα, του πράσου

 

Τσιατμάς: διαχωριστικό μεταξύ χώρων σπιτιού, φτιαγμένο από λεπτά σανίδια, μαλλί ή άχυρο και σοβά

 

Τσιώνι: σπουργίτι

 

Τσουράπια: κάλτσες

 

Τσαούλι: σαγόνι, μτφ = πολυλογάς

 

Τσιόκαλα: φουντούκια

 

Τσουκάλι: σκεύος μαγειρικής

 

Τσοκάνι: μικρό σφυράκι

 

Τσότσος(τσότσαλος): μικρός

 

Τσουλκάνα: ιδιαίτερα μεγάλο κορακοειδές πτηνό

 

Ύψωμα: ο αγασμός της λειτουργιάς από τον παπά κατά την ονομαστική εορτή

 

Φελί: κομμάτι πίτας

 

Φούρκα: ξύλο με διχάλα για υποστύλωμα

 

Χαλές: αποχωρητήριο

 

Χαλεύω: ζητώ, ψάχνω

 

Χάσκαρης: παιγνίδι με το αυγό την Κυριακή των Απόκρεω (ποίος θα το «χάψει» δεμένο σε σπάγκο)

 

Χάχας: χαζός

 

Χαψιά: μπουκιά

 

Χλαπακιάζω: καταβροχθίζω

 

Χούι: συνήθεια, ιδιοτροπία

 

Χούφτα: όσο χωράει μία παλάμη

 

Ψίκι:

 

ψια-ψίχα: λίγο (ψια ψωμί, ψίχα τυρί)

 

                                            Ιωάννινα 3 Ιουλίου 2022

 






bullet hover email hover menu arrow